ευφράδεια

η (Α εὐφράδεια, ιων. και επικ. τ. εὐφραδίη) [ευφραδής]
ευγλωττία, ευχέρεια λόγου
νεοελλ.
καλλιέπεια, γλαφυρότητα
αρχ.
η ορθή χρήση τής γλώσσας («τῶν μέγα δυνηθέντων ἐν εὐφραδείᾳ καὶ ἑλληνισμῷ παλαιῶν», Σέξτ. Εμπ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐφραδείᾳ — εὐφραδείᾱͅ , εὐφράδεια correctness of language fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφράδεια — correctness of language fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφράδεια — η ευχέρεια στο λόγο, ευγλωττία: Έχει μεγάλη ευφράδεια ο ομιλητής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐφραδείας — εὐφραδείᾱς , εὐφράδεια correctness of language fem acc pl εὐφραδείᾱς , εὐφράδεια correctness of language fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφράδειαν — εὐφράδεια correctness of language fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λόγιος — Προσωνυμία του Ερμή ως θεού της γλώσσας και της ευγλωττίας, σε αντίθεση με τον Κερδώο Ερμή. Βλ. λ. Ερμής. * * * ια, ιο (AM λόγιος, ία, ιον) [λόγος] πεπαιδευμένος, πνευματικά καλλιεργημένος, μορφωμένος, πολυμαθής νεοελλ. 1. (και ως ουσ.) άνθρωπος… …   Dictionary of Greek

  • αγορητύς — ἀγορητὺς ( ύος), η (Α) [ἀγοράομαι] ρητορική δεινότητα, ευγλωττία, ευφράδεια λόγου …   Dictionary of Greek

  • ακονίζω — και ακονώ άω (Α ἀκονῶ) 1. κάνω με το ακόνι κοφτερή την κόψη μεταλλικού οργάνου, τροχίζω «ακονίζω το μαχαίρι» «ἀκονῶ λόγχην» (Ξεν. Κύρ. Παιδ. 6, 2, 33) «ἀκονᾱσθαι μαχαίρας» (Ξεν. Ελλ. 7, 5, 20) 2. οξύνω, ασκώ κάποιον ή κάτι σε κάτι «ακονισμένο… …   Dictionary of Greek

  • αφήγημα — Λογοτεχνικό είδος του πεζού λόγου. Όπως φανερώνει και η ονομασία του, συγγενεύει περισσότερο με το διήγημα. Υπάρχουν όμως μεταξύ τους βασικές διαφορές. Το διήγημα έχει καθιερωθεί ως συγκεκριμένο είδος του γραπτού λόγου, παρότι που ως όρος δίνει… …   Dictionary of Greek

  • δικηγορώ — (Μ δικηγορῶ, έω) [δικηγόρος] νεοελλ. 1. ασκώ το επάγγελμα τού δικηγόρου 2. μιλάω με ευφράδεια και ύφος δικηγόρου μσν. εμφανίζομαι ως συνήγορος σε δίκη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.